Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

be priced at


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο priced παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: be | at
Σε αυτή τη σελίδα: priced, price

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
priced adj (valued, assigned a cost)που έχει κοστολογηθεί, που έχει τιμολογηθεί περίφρ
  που κοστίζει, που έχει τιμή περίφρ
  κοστολογημένος, τιμολογημένος μτχ πρκ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The car was reasonably priced for all of its luxury features.
 It's important to ensure your products are priced at the right level for your market.
priced adj (tagged with a price)που φέρει τιμή περίφρ
 The priced goods are now ready to be put out on display.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
price n (cost to purchase [sth])τιμή ουσ θηλ
  αξία ουσ θηλ
  (χρηματικό ποσό που δίνεται)αντίτιμο ουσ ουδ
 What is the price of gold at the moment?
 Ποια είναι η τιμή του χρυσού αυτή τη στιγμή;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
price n (bounty) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 The US government put a price on his head.
 Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τον επικύρηξε.
price n figurative (toll)τίμημα ουσ ουδ
  κόστος, αντίτιμο ουσ ουδ
 Some people say that wars are the price of freedom.
price [sth] vtr (valuate)κοστολογώ ρ μ
 The art dealer priced the vase at six hundred dollars.
price [sth] vtr (label with a price)βάζω τιμή περίφρ
 Let me price this book, then we can go home.
 Κάτσε να βάλω τιμή σε αυτό το βιβλίο και μετά μπορούμε να πάμε σπίτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
priced | price
ΑγγλικάΕλληνικά
competitively priced adj (goods, etc.: as low as competitors')που έχει ανταγωνιστική τιμή έκφρ
high-priced adj (having high cost)ακριβός επίθ
low-priced adj (cheap)φθηνός, φτηνός επίθ
  οικονομικός επίθ
priced at prep (costing)κοστίζω, στοιχίζω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ αμ
 This dress is priced at twenty dollars.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση be priced at στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «be priced at».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!